upogoni-02.jpg

Ως υπογονιμότητα ορίζεται η αδυναμία ενός ζευγαριού να αποκτήσει παιδιά μέσω της φυσιολογικής διαδικασίας της σύλληψης. Για να θεωρηθεί ένα ζευγάρι υπογόνιμο, θα πρέπει να έχει παρέλθει τουλάχιστον ένα έτος τακτικών σεξουαλικών επαφών χωρίς αντισυλληπτική προστασία, κατά το οποίο δεν έχει επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα, δηλαδή η γονιμοποίηση.

Σε ιατρικό επίπεδο, οι λόγοι για τους οποίους ένα ζευγάρι αντιμετωπίζει κάποια μορφή δυσχέρειας στην προσπάθειά του να αποκτήσει τέκνα μπορεί να είναι πολλοί. Οι κατάλληλες εξετάσεις και οι εξειδικευμένοι ιατροί μπορούν να εντοπίσουν τα αίτια και να συμβάλουν στην αντιμετώπιση του προβλήματος, δίνοντας συχνά αποτελεσματικές λύσεις. Σε ψυχολογικό επίπεδο, όμως, οι επιπτώσεις της υπογονιμότητας είναι πολλαπλές και το ζευγάρι επιβαρύνεται σημαντικά.

Οι διαστάσεις της υπογονιμότητας

Η υπογονιμότητα ιστορικά υπήρξε πάντοτε ένα ζήτημα που προκαλούσε έντονα αρνητικά συναισθήματα στα ζευγάρια που τη βίωναν. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα για τις διαστάσεις που έπαιρνε η ικανότητα ή η αδυναμία ενός ζευγαριού να αποκτήσει παιδιά. Οι μεγαλύτερες συνέπειες φαίνεται ότι βάραιναν τη γυναίκα, καθώς η αξία της καθοριζόταν από το αν θα μπορούσε να φέρει στον κόσμο απογόνους. Όταν κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό, αντιμετωπιζόταν υποτιμητικά και περιφρονητικά, ενώ η ίδια βίωνε ισχυρό πλήγμα στην αυτοεκτίμησή της. Αντίθετα, η γυναίκα που γεννούσε έχαιρε σεβασμού και εκτίμησης. Για τον άνδρα, η υπογονιμότητα ήταν συνυφασμένη με την έλλειψη ανδρισμού και αποτελούσε επίσης σοβαρό πλήγμα για την αυτοεικόνα του. Για τον λόγο αυτό, οι ευθύνες της υπογονιμότητας σε ένα ζευγάρι επιρρίπτονταν σχεδόν πάντοτε στη γυναίκα.

Στις μέρες μας, με την πρόοδο της επιστήμης, τα ζευγάρια φαίνεται να έχουν περισσότερες ευκαιρίες και επιλογές για να αποκτήσουν παιδιά και, ταυτόχρονα, να λαμβάνουν μεγαλύτερη κατανόηση και στήριξη από τον κοινωνικό περίγυρο. Το πρόβλημα της υπογονιμότητας, ωστόσο, αν και φαίνεται να βρίσκει περισσότερες λύσεις, εξακολουθεί να αποτελεί ένα θέμα ταμπού που επηρεάζει την ψυχολογία και τη σχέση του ζευγαριού. Στις περιπτώσεις όπου έχουν εξαντληθεί όλες οι μέθοδοι τεχνητής γονιμοποίησης χωρίς αποτέλεσμα, τα συναισθήματα είναι ακόμη πιο έντονα. Απογοήτευση, άγχος, αίσθημα απώλειας, κατάθλιψη, απομόνωση, φόβος, θυμός και ντροπή είναι μερικά από τα πιο κοινά.

Το ζευγάρι ενδέχεται να απομονώνεται και να νιώθει μειονεκτικά απέναντι σε φίλους ή συγγενικά πρόσωπα που έχουν παιδιά. Η μεταξύ τους σχέση, και ιδιαίτερα η σεξουαλική, μπορεί να κλονιστεί, με απώλεια της επιθυμίας για επαφή εξαιτίας της ματαίωσης που ακολουθεί τη μη σύλληψη. Το υψηλό κόστος των τεχνητών μεθόδων γονιμοποίησης, οι παρενέργειες των φαρμάκων και το άγχος της αναμονής των αποτελεσμάτων αποτελούν επιπρόσθετους επιβαρυντικούς παράγοντες για το ζευγάρι. Αν αναλογιστούμε και το γεγονός ότι η τεκνοποίηση παραδοσιακά θεωρούνταν «σκοπός» ζωής, κατανοούμε το μέγεθος του άγχους που προκαλεί η απειλή της μη γονιμοποίησης.

Η αίσθηση απώλειας ελέγχου

Δεδομένων όλων των παραπάνω, δεν θα ήταν υπερβολή να αναφέρουμε ότι ένα ζευγάρι που αδυνατεί να αποκτήσει παιδιά διανύει τα ίδια στάδια αντίδρασης με ένα άτομο που πενθεί (άρνηση, θυμός, διαπραγμάτευση, κατάθλιψη, αποδοχή). Στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους, τα περισσότερα ζευγάρια χρησιμοποιούν μεθόδους αντισύλληψης για να αποφύγουν μια κύηση, θεωρώντας αυτονόητο ότι όταν το επιθυμήσουν θα μπορέσουν να επιτύχουν μια σύλληψη. Όταν τελικά το επιδιώκουν και διαπιστώνουν τη δυσκολία, βιώνουν συναισθήματα πένθους και απώλειας ελέγχου σε έναν σημαντικό τομέα της ζωής τους.

Σε αυτή τη φάση, μπορεί να προσπαθούν να εντοπίσουν τις αιτίες του προβλήματος, αναζητώντας ευθύνες σε συμπεριφορές και πράξεις του παρελθόντος, ενώ ταυτόχρονα να δοκιμάζουν διάφορους τρόπους, όπως η μεταβολή των διατροφικών συνηθειών ή συγκεκριμένες στάσεις κατά τη σεξουαλική επαφή, τις οποίες ελπίζουν ότι θα συμβάλουν θετικά στη γονιμοποίηση.

Η κατάθλιψη είναι αρκετά συχνή, ιδιαίτερα στις γυναίκες, όπως και οι έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις, οι οποίες μπορεί να ενισχύονται από τη φαρμακευτική αγωγή που συνοδεύει την ιατρικώς υποβοηθούμενη αναπαραγωγή. Οι άνδρες φαίνεται να επιβαρύνονται περισσότερο όταν το οργανικό αίτιο της υπογονιμότητας αποδίδεται στους ίδιους, ενώ εμφανίζουν ηπιότερες αντιδράσεις όταν το αίτιο αφορά τη σύντροφό τους. Ο θυμός, οι αλληλοκατηγορίες, η αίσθηση έλλειψης στήριξης και κατανόησης, ακόμη και ο χωρισμός, είναι συχνά φαινόμενα.

Πώς στηρίζουμε τα υπογόνιμα ζευγάρια

Σημαντικό στοιχείο στη στήριξη ενός υπογόνιμου ζευγαριού είναι η συνειδητοποίηση ότι η υπογονιμότητα αποτελεί πρόβλημα του ζεύγους και όχι του ατόμου. Οι επιπτώσεις επιβαρύνουν και τους δύο συντρόφους, ενώ η ενοχή, η αυτομομφή και η προσωπική ανάληψη ευθύνης οδηγούν σε μεγαλύτερη συναισθηματική ένταση.

Παράλληλα, η άρνηση της δυσκολίας σύλληψης λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας, ο οποίος όμως τελικά συμβάλλει αρνητικά στη διαχείριση της έντασης. Τα υπογόνιμα ζευγάρια χρειάζεται να βιώσουν το πένθος της απώλειας, να το επεξεργαστούν, να ενισχύσουν την αυτοεικόνα τους, να διαχειριστούν το στρες και την κατάθλιψη και να εξετάσουν εναλλακτικές επιλογές, όπως αυτή της υιοθεσίας.

Στις περιπτώσεις όπου αυτή δεν είναι επιθυμητή, είναι αναγκαίος ο επαναπροσδιορισμός του νοήματος της ζωής, η ενίσχυση της μεταξύ τους σχέσης αλλά και του δεσμού με τους σημαντικούς άλλους, καθώς και ο εντοπισμός ευκαιριών για θετικές εμπειρίες και συναισθήματα που δεν σχετίζονται με την ανατροφή ενός παιδιού. Ένας έμπειρος ειδικός μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά σε αυτή τη διαδικασία.


✍️ Γράφει
Ιωάννα Κούρια
Ψυχολόγος (MSc), Ψυχοθεραπεύτρια – Τραυματοθεραπεύτρια
🌐 www.ioannakouria.gr
📧 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Πηγή άρθρου: www.psycholozin.gr

Share this post

Submit to DeliciousSubmit to DiggSubmit to FacebookSubmit to Google PlusSubmit to StumbleuponSubmit to TechnoratiSubmit to TwitterSubmit to LinkedIn