
Το αναπτυσσόμενο άτομο ζει σε δύο κόσμους: στον κόσμο των ενηλίκων και στον κόσμο των συνομηλίκων. Αλληλεπιδρά και διαμορφώνει δεσμούς τόσο με τους μεγάλους όσο και με τους μικρούς. Χρονικά προηγείται η προσκόλληση προς τους ενηλίκους. Το βρέφος είναι πλήρως εξαρτημένο από τη μητέρα και έχει ανάγκη από τη φροντίδα της. Γύρω στον 5ο–8ο μήνα αρχίζει να δείχνει έντονη προσκόλληση προς αυτήν και στη συνέχεια αναπτύσσει ισχυρούς δεσμούς και με άλλα ενήλικα πρόσωπα που βρίσκονται κοντά του (π.χ. πατέρα, γιαγιά).
Γύρω στο 2ο έτος αρχίζει να εκδηλώνει ενδιαφέρον για τους συνομηλίκους, όμως στην ηλικία αυτή δεν αλληλεπιδρά ουσιαστικά μαζί τους. Επιδιώκει να βρίσκεται δίπλα τους, αλλά παίζει μόνο του (παράλληλο παιχνίδι). Στο 4ο έτος παίρνει μέρος σε κοινές δραστηριότητες με τα άλλα παιδιά και συμμετέχει ενεργά σε αυτές. Ο παιδικός σταθμός και το νηπιαγωγείο παρέχουν πλήθος ευκαιριών για αλληλεπίδραση με συνομηλίκους.
Το ενδιαφέρον προς τα παιδιά ίδιας ηλικίας κορυφώνεται με την είσοδο στο σχολείο, η οποία αποτελεί ορόσημο στη ζωή ενός παιδιού. Τότε το παιδί απομακρύνεται από το στενό περιβάλλον της οικογένειας και αναλαμβάνει νέους ρόλους: του μαθητή και του συμμαθητή. Καλείται να μάθει να ακολουθεί κανόνες, να ανταποκρίνεται σε ποικίλες μαθησιακές απαιτήσεις και να επιλύει μόνο του διαφορές με συνομηλίκους. Το σχολείο είναι πηγή δυσκολιών, απογοητεύσεων και ψυχικών εντάσεων, αλλά και αφετηρία για νέα επιτεύγματα και ικανοποιήσεις.
Οι ομάδες συνομηλίκων που αναπτύσσονται σε όλη τη διάρκεια της σχολικής ηλικίας είναι, κυρίως, ομάδες παιχνιδιού. Αν ρωτήσουμε ένα παιδί τι κάνει με τους φίλους του, θα απαντήσει «παίζουμε». Μέσα όμως από το παιχνίδι, το παιδί αναπτύσσει δεξιότητες και ικανότητες. Μαθαίνει τον συναγωνισμό, αντιμετωπίζει νέες καταστάσεις και βιώνει τόσο ικανοποιήσεις όσο και απογοητεύσεις.
Η σχέση των παιδιών μεταξύ τους είναι πολύ σημαντική και διαφέρει από αυτή με τους ενηλίκους. Η σχέση ενηλίκου-παιδιού είναι σχέση ανισότητας: το παιδί είναι το προστατευόμενο μέλος και έχει σαφή προνόμια έναντι των ενηλίκων. Αντίθετα, η σχέση παιδιού-παιδιού είναι σχέση ισότητας. Το παιδί επιλέγει μόνο του τον φίλο που του ταιριάζει, εκείνον με τον οποίο έχει κοινά ενδιαφέροντα και περνά καλά. Επίσης, καλείται να επιλύει μόνο του τις διαφορές που προκύπτουν και να αποφασίζει αν θα διατηρήσει ή θα διαλύσει μια φιλία. Η αποδοχή από τους συνομηλίκους είναι κάτι που πρέπει να κερδηθεί. Προσπάθειες ενηλίκων, ιδιαίτερα των γονέων, να καταστήσουν το παιδί τους αποδεκτό από τους συμμαθητές του, συνήθως φέρνουν τα αντίθετα αποτελέσματα.
Η ομάδα των φίλων αποτελεί βασική πηγή κοινωνικοποίησης του παιδιού. Μέσα από αυτήν, το παιδί υιοθετεί πρότυπα συμπεριφοράς και αρχίζει να διαμορφώνει απόψεις για το τι είναι σωστό και τι εσφαλμένο, οι οποίες ενδέχεται να διαφέρουν από εκείνες που είχε μάθει μέχρι τότε από τους ενηλίκους.
Αν και καθ’ όλη τη σχολική ηλικία οι παιδικές φιλίες είναι συχνά ασταθείς και μπορεί να διαλυθούν εύκολα, παραμένουν ιδιαίτερα σημαντικές. Πρόκειται για στενές και έντονα συναισθηματικές σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των παιδιών. Επιπλέον, η ικανότητα του παιδιού να δημιουργεί και να διατηρεί φιλικούς δεσμούς αποτελεί ένδειξη ότι οδεύει προς την ωριμότητα.
Τα παιδιά που παραμένουν προσκολλημένα στους ενήλικες και δεν επιδιώκουν επαφές με συνομηλίκους χρειάζονται προσοχή. Πιθανόν να μην εμπιστεύονται τις κοινωνικές τους ικανότητες και να στερούνται σημαντικά οφέλη που προκύπτουν από την αλληλεπίδραση με άλλους συνομηλίκους. Για τον λόγο αυτό, οι γονείς καλό είναι να ενθαρρύνουν τα παιδιά να συμμετέχουν σε ομάδες συνομηλίκων και να τους παρέχουν τις κατάλληλες ευκαιρίες για να το πετύχουν.
✍️ Γράφει
Ιωάννα Κούρια
Ψυχολόγος (MSc), Ψυχοθεραπεύτρια – Τραυματοθεραπεύτρια
🌐 www.ioannakouria.gr
📧 Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.







